8ος Πυλώνας

 

Το Μέγαρον Ιθάκης

«μέγαρον Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος» (Οδ. π 104, σ 24, φ 262)

click to zoom in
click to zoom in

Η ύπαρξη και η αποκάλυψη προϊστορικού μεγάρου-δημόσιου κτίσματος στη θέση ʻʻΣχολή Ομήρουʼʼ της Ιθάκης από τους ανασκαφείς του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων είναι η αναμενόμενη επισφράγιση-επιβεβαίωση μιας μακραίωνης σειράς σαφών ενδείξεων-τεκμηρίων συνυφασμένων με το προϊστορικό και κυρίως το Οδυσσειακό-ομηρικό παρελθόν του νησιού, έτσι όπως εκτίθεται στην έκθεση. Η αποκάλυψη είναι συμβατή με τις προϊστορικές και μυθικές καταβολές του νησιού, το πανάρχαιο όνομά του, τα στοιχεία της ομηρικής αφήγησης, τη μακραίωνη παράδοση, αλλά και τα διαχρονικά οδυσσειακής φυσιογνωμίας ή αναφοράς ευρήματα όπως τα νομίσματα, οι ομιλούσες επιγραφές και τα αντικείμενα. Ο αδιάψευστος από τη φύση του, περίοπτος δημόσιος χώρος, κατά τους ερευνητές, λειτούργησε με κτηριακές αλλαγές και χρήσεις για περισσότερα από 1800 χρόνια δηλαδή από τους προ-μυκηναϊκούς χρόνους έως και τους μετα-ρωμαϊκούς, ενώ η ʻʻΟδυσσειακή εγκατάστασηʼʼ – το Μέγαρον Ὀδυσῆος, στο οποίο επικεντρώνεται το ενδιαφέρον είναι περίπου του 1200 π.Χ.

Η ομηρική αφήγηση σε συνδυασμό με τα δεδομένα του χώρου.

(α) Ο χώρος και η σημασία του, οι προσβάσεις του Μεγάρου.

Το Οδυσσειακό Μέγαρο- Μέγαρον Ὀδυσῆος (Οδ. φ 262) δεσπόζει, από την οχυρωματική και περίοπτη θέση του, ενός εύφορου (Οδ. ω 244-6), με επαρκή νερά (Οδ. ω 247) και πηγές [Μελάνυδρος «κρήνην μελάνυδρον», Οδ. υ 158) ή Κάλαμος, η υπάρχουσα τυκτή μυκηναϊκή κρήνη («ἐπὶ κρήνην ἀφίκοντο τυκτὴν καλλίροον», Οδ. ρ 205-211), αλλά και πηγάδια], ευρύχωρου χώρου (Οδ. ω 468), κάθε κινητή ή ακίνητη πέτρα του οποίου προδίδει και ανακαλεί το βαθύ ιστορικό του παρελθόν. Έχει τη σχετική άμεση και έμμεση (μέσω και του παρακείμενου λόφου των Πηλικάτων) θέα, πρόσβαση και εποπτεία τριών λιμένων, στα τρία από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, και συγκεκριμένα: του πολυβαθούς λιμένα των Αφαλών («λιμένος πολυβενθέος», Οδ. π 324, 352), του δικού τους (βασιλικού) λιμένα της Πόλης («λιμέν᾿ ἡμέτερον», Οδ. π 473) και του μακράν της Πόλης λιμένος των Φρικών («νόσφι πόληος,ἐν λιμένι Ῥείθρῳ», Οδ. α 185-6). Ο σπουδαιότερος όλων, λόγω της εμπορικής του σημασίας και ισχύος είναι ασφαλώς ο λιμένας της Πόλης (ημέτερος) όπου και το χιλιετούς διαρκείας ιερό της άντρο. Ο λιμένας καταφυγής της Πόλης βρίσκεται στο καίριο σημείο ενός πολυσύχναστου για τα πλοία της εποχής πορθμού (Οδ. δ 671) μεταξύ Ιθάκης και Σάμης που τον χαρακτηρίζουν οι απόκρημνες εκατέρωθεν ακτές και η μοναδική, στο μέσο του πορθμού, νησίδα της Αστερίδας (Οδ. δ 844-6). Το Μέγαρο και η κομβική θέση του είναι στενά συνδεδεμένα με τα λιμάνια που το περιβάλλουν, εξυπηρετούν και ελέγχουν τους εκατέρωθεν πορθμούς-θαλάσσιους δρόμους, αλλά κυρίως με τον εμπορικό λιμένα της Πόλης. Η Πόλη με τον πορθμό καθορίζει όχι μόνο τη στρατηγική, αλλά και τη γεωγραφική θέση της Ιθάκης στο πλέγμα των νησιών του κεντρικού Ιονίου.

(β) Το κτίσμα του Μεγάρου.

Το Μέγαρο, ξεχωριστό και διακριτό από όλα τα άλλα κτίσματα του χώρου (Οδ. ρ 264-268), περιγράφεται ως ευσταθές, στέρεο («ἐυσταθέος», Οδ. υ 258), υψηλό («δόμου ὑψηλοῖο», Οδ. α 126), ψηλοτάβανο, πολυόροφο («ὑψόροφον», Οδ. ε 42, κ 474), καλοχτισμένο («οἶκον ἐυκτίμενον», Οδ. ψ 259), με καλοχτισμένους τοίχους («ἐυδμήτους», Οδ. χ 24) εκτεινόταν σε δυο επίπεδα («εἰς ὑπερῷ᾿ ἀνεβήσετο», Οδ. ψ 1, «κατέβαιν᾿ ὑπερώια», Οδ. ψ 85) που τα συνέδεαν υψηλές, λαξευμένες και προφανώς επενδυμένες, πέτρινες κλίμακες («κλίμακα δ᾿ ὑψηλὴν κατεβήσετο», Οδ. α 330 και «κλίμακα δ᾿ ὑψηλὴν προσεβήσετο», Οδ. φ 5). Αποτελείτο από πολλά καλοχτισμένα («δόμους εὖ ναιετάοντας», Οδ. ρ 178, 275, Οδ. φ 242), στέρεα δωμάτια («ἐυσταθέος θαλάμου», Οδ. ψ 178) ή δωμάτια ψηλοτάβανα («δώματά θ᾿ ὑψερεφέα», Οδ. δ 757). Αναφέρονται οι θύρες του μεγάρου («μεγάροιο θύρας», Οδ. φ 236, 382, 385), και η οπίσθια, υπερυψωμένη θύρα του κάτω επίπεδου του μεγάρου, το λεγόμενο πανωπόρτι («ὀρσοθύρη δέ τις ἔσκεν ἐυδμήτῳ ἐνὶ τοίχῳ», Οδ. χ 126-7). Ήταν περιστοιχισμένο από τοίχους και επικοινωνούσε με δίφυλλες καλοφτιαγμένες πύλες («ἐπήσκηται δέ οἱ αὐλὴ τοίχῳ καὶ θριγκοῖσι, θύραι δ᾿ εὐερκέες εἰσὶ δικλίδες», Οδ. ρ 266-8, και «αὐλῆς καλὰ θύρετρα», Οδ. χ 137), υψηλά πορτόφυλλα («θυράων ὑψηλάων», Οδ. σ 32) που έκλειναν καλά («θύρας ἐπιτέλλομαι αὐλῆς κληῖσαι κληῖδι», Οδ. φ 240). Τα θυρόφυλλα ήταν από καλά κατεργασμένες σανίδες («ἐυξέστῃς σανίδεσσιν», Οδ. φ 164).

Το διακριτό και ευσταθές του μεγάρου, το οποίο σχετίζεται εμφανέστατα με το φυσικό σε δυο επίπεδα κλιμακούμενο βράχο στον οποίο επικάθεται, αλλά και οι λαξευμένες κλίμακες που τα συνδέουν αποτελούν δυο ισχυρά αρχιτεκτονικά και αρχαιολογικά δεδομένα που συνιστούν, εκτός της καλά περιγραφόμενης καίριας θέσης του, το καθοριστικό στοιχείο ταύτισης του οδυσσειακού μεγάρου με τη σημερινή εγκατάσταση, αν δεν πρόκειται για μια σύμπτωση δομής μεγάρου που σπάνια απαντάται και περιγράφεται.

(γ) Τα αρχαιολογικά δεδομένα.

Η παρουσίαση δεν επεκτείνεται στην περαιτέρω ομηρική περιγραφή που διαχέεται σε περισσότερους από 140 στίχους, αλλά θα περιορισθεί, και μάλιστα εν αναμονή της επίσημης ανακοίνωσης των ερευνητών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στα παρακάτω δεδομένα, όπως έχουν κατά καιρούς καταγραφεί: (α) Στον ευρύτερο εξωτερικό, περιβάλλοντα χώρο (άνω των 22 στρεμμάτων) έχουν εντοπισθεί κυκλώπειες περιτοιχίσεις, τέσσερις πύλες, ταφικός περίβολος, τυκτή κρήνη, χαλκουργείο, τριμερές ιερό και το κυκλοτερές μνημείο.

(β) Στον ισόγειο χώρο του κυρίως μεγάρου, και των κοινόχρηστων χώρων του εντυπωσιάζει η προϊστορική κτιριολογική του δομή, τα τοιχία στήριξης, οι κλίμακες που οδηγούν στο άνω, αλλά και στα κάτω επίπεδα, αλλά κυρίως οι βάσεις των κιόνων που οριοθετούν τις διαστάσεις των χώρων, ο βωμός, η εστία, ο χώρος της υπόγειας αποθήκης και τα πιθάρια. (γ) Στο ουσιαστικά ανεξερεύνητο άνω επίπεδο, όπου ο ελληνιστικός πύργος, εκκλησία κ.ά. αποκαλύφθηκε μυκηναϊκό λουτρό. Τα στοιχεία (α), (β) και (γ) είναι κατά τους ανασκαφείς συμβατά με την προϊστορική και οδυσσειακή δομή του χώρου του Μεγάρου. Τέλος η κεραμική και άλλα αντικείμενα επιβεβαιώνουν το βάθος της διαχρονικής του διαδρομής και των εκάστοτε χρήσεών του. (Η σχετική αρχαιολογική πληροφόρηση και μόνο προέρχεται από τις ανακοινώσεις των ερευνητών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Η υπόλοιπη έρευνα είναι του συγγραφέα)