3ος Πυλώνας

 

Το Ομηρικό (Διογενές) Βασίλειο της Ιθάκης

click to zoom in
click to zoom in

(Περίληψη). Τη δημιουργία του Βασιλείου της Ιθάκης θα αναζητήσει κανείς στην περίοδο που ακολουθεί το νικηφόρο πόλεμο των Μυκηναίων κατά των Ταφίων, και κατά την εμπέδωση ενός νέου status quo στο νησιωτικό σύμπλεγμα του κεντρικού Ιονίου. Η επιλογή της Ιθάκης ως έδρας του βασιλείου σχετίζεται με τη γεωστρατηγική, κεντρική θέση της και όχι με το μέγεθός της.

Το Βασίλειο της Ιθάκης υπό τον Διογενή Βασιλιά Οδυσσέα ιδρύεται, ακμάζει περί το 1230-1210 π.Χ. και καταλύεται από τους Δωριείς περί το 1125

π.Χ. (Οι χρονολογίες είναι ενδεικτικές και οι εκτιμήσεις διαφέρουν).

Στα χρόνια του Οδυσσέα, το Βασίλειο της Ιθάκης, το οποίο περιγράφεται στη συνέχεια, συνόρευε με άλλα τρία νησιωτικά και παράκτια βασίλεια, και συγκεκριμένα με το βασίλειο των Ταφίων στα σημερινά νησιά Μεγανήσι, Κάλαμο, Καστό με βασιλέα τον Μέντη (Οδ. α 105, 180), το βασίλειο των Επειών στην Ήλιδα, με βασιλείς τους Αμφίμαχο, Θάλπιο και Διώρη (Οδ. ν 275), και το βασίλειο του Δουλιχίου (χώρο με ανεπιβεβαίωτη θέση και με κύριο υποψήφιο την Παλική) και των Εχινάδων, με βασιλέα τον Μέγη (Ιλ. Β 627).

Η θέση της Ιθάκης, αλλά και των εκατέρωθεν πορθμών με τα λιμάνια ιδιαίτερα της Πόλης και του Βαθέως, δείχνουν καθαρά τη σπουδαιότητά της νήσου στο συνολικό νησιωτικό πλέγμα.

click to zoom in
click to zoom in

Το μέγεθος, η έδρα, οι βασιλείς

Η νήσος Ιθάκη ήταν η έδρα του νησιωτικού και παράκτιου Βασιλείου του Οδυσσέα η οποία, σύμφωνα με τον Όμηρο (Ιλ. Β 631-636), εκτός της Ιθάκης και του Νηρίτου της, περιλάμβανε την Κροκύλεια, την Αιγίλιπα (Νησίδες πλησίον ή τόποι επί της Ιθάκης), τη Ζάκυνθο, τη Σάμη -Κεφαλληνία), την Ήπειρον (Στερεά-πιθανότατα τη Λευκάδα (*) ή και μέρος της Ακαρνανίας) και τα Αν-τιπέραια (πιθανότατα τις απέναντι παραλίες της Κεφαλληνίας)

(*) Η χερσόνησος της Λευκάδας αποκόπηκε από τη Στερεά από τους Κορινθίους Τυράννους και απέκτησε τη νησιωτική μορφή της περί το 657-628 π.Χ.

Η Ιθάκη, ως έδρα του Βασιλείου, δεν ήταν συγκρίσιμη με το σημερινό μέγεθος της Κεφαλονιάς (όπως αφήνεται εσκεμμένα να υπονοηθεί), αλλά με την διηρημένη και από τη φύση της Κεφαλονιά της προϊστορικής και αρχαϊκής περιόδου σε τέσσερα αυτόνομα, κράτη. Πόλεις-κράτη με τα δικά τους νομίσματα και με διαφορετικές συμμαχίες. Αντίθετα, η Ιθάκη είχε όλα τα πλεονεκτήματα ενός αυτόνομου και κεντρικού νησιού με εκατέρωθεν ζωτικούς χώρους σε Αντιπέραια (Κεφαλονιά) και Ήπειρο (Λευκάδα ή Ακαρνανία).

Το διαλαλούμενο ως δήθεν ʻʻΜεγάλο Μυκηναϊκό κέντροʼʼ των Πρόνων/Πόρου ή Τζανάτων και δήθεν έδρα του Οδυσσειακού Βασιλείου της Ιθάκης, αφορά αποκλειστικά και μόνο το χώρο και την ιστορική εξέλιξη των Πρώννων και του Ελειού-Κατελειού, εκτός της υπόλοιπης Κεφαλονιάς και βέβαια της Ιθάκης, την έδρα εκείνου του Βασιλείου. Ιστορικά, ο 4ος αι. π.Χ. με την κοπή των νομισμάτων και ό,τι αυτά συμβόλιζαν, αποτελεί για τα ίδια τα νησιά ή τις πόλεις-κράτη (Πάλλη, Σάμη, Πρώννοι και Κράνη, Ιθάκη, Ζάκυνθο και Λευκάδα) ένα καθοριστικό ορόσημο αναφοράς, αλλά και αντανάκλασης ενός παρελθόντος που αγγίζει τις πιο βαθιές καταβολές και λαμπρές, μυθικές αναφορές τους.

Τα νησιά, όπως και η απέναντι στεριά της Ακαρνανίας, στα οδυσσειακά χρόνια κατοικήθηκαν από το ελληνικό φύλο των Κεφαλλήνων ή Κεφαλλάνων, αλλά οι κάτοικοι της Ιθάκης από νωρίς αυτονομήθηκαν, διαχωρίστηκαν ονομαστικά από τους υπόλοιπους νησιώτες και αυτό-ονομάστηκαν Ιθακήσιοι.

Ιθακήσιος και αντίθεος χαρακτηρίζεται από τον Όμηρο ο Αρκείσιος («… ἐξ Ἰθάκης Ἀρκεισίου ἀντιθέοιοʼʼ- Οδ. ξ 182).

Ιθακήσιοι, βεβαίως, ήταν τόσο ο Οδυσσεύς, (Οδ. α 246, χ 45, ) ο διογενής = (από θεϊκή γενιά) (Οδ. β 352, χ 164) και βασιλεύτερος (Οδ. ο 533-534) βασιλεύς των βασιλέων του Βασιλείου, όσο και ο Ιθακήσιος Τηλέμαχος, ο διάδοχος του θρόνου, γιος του Οδυσσέα σύμφωνα με λόγια του ίδιου: «…ἐξ Ἰθάκης γένος εἰμί, πατὴρ δέ μοί ἐστιν Ὀδυσσεύς». (Οδ. ο 267).

Τον διογενή βασιλικό οίκο της Ιθάκης συνιστούσαν τρεις μονογενείς γενιές (Οδ. π 117-120), εκείνες του Αρκεισίου, του Λαέρτη και του Οδυσσέα με τον Τηλέμαχο και την Κτιμένη που παντρεύτηκε στη Σάμη. (Oδ. ο 363-367).

Ο Όμηρος ονόμασε τον Λαέρτη Αρκεισιάδη (Οδ. δ 755, ω 270) και τον Οδυσσέα Λαερτιάδη (Οδ. χ 164) ή υιός Λαέρτεω (Οδ. δ 555).

Γενεαλογικό δένδρο του Οδυσσέως Λαερτιάδη,

Βασιλέα της Ιθάκης.

Ο βασιλικός οίκος των Λαερτιδών ήταν Διογενής με γεννήτορα τον Δία

και ξεκινά από τον Αρκείσιο, γόνο της συνεύρεσης του Δία με την Ευρυόδεια. (Μια άλλη λιγότερο επικρατέστερη εκδοχή θέλει τον Κέφαλο, αντί του Δία, γεννήτορα του οίκου των Λαερτιδών- δείτε σημειώσεις γενεαλογικού δένδρου) (*). Ο Οίκος των Λαερτιδών είχε, αν μη τι άλλο, δεσμούς συγγενείας με τους βασιλικούς οίκους του Παρνασσού, της Λακεδαίμονος-Σπάρτης, των Μυκηνών και αργότερα, μέσω Τηλεμάχου, με τον οίκο της Σχερίας (Φαιάκων). Η Ιθάκη των Λαερτιδών δεν ήταν μόνη της.

Ο Δίας με την Ευρυόδεια απέκτησαν τον Αρκείσιο.

Ο Αρκείσιος με τη Χαλκομέδουσα απέκτησαν το Λαέρτη.

Ο Λαέρτης με την Αντίκλεια (Οδ. λ 85), κόρη του Αυτόλυκου (Οδ. τ 394) βασιλέα της περιοχής του Παρνασσού, απέκτησαν τον Οδυσσέα.

Ο Οδυσσέας με την Πηνελόπη απέκτησαν τον Τηλέμαχο και την Κτιμένη

(Οδ. ο 362).

Ο Τηλέμαχος με τη Ναυσικά (Οδ. ζ 17), κόρη του Αλκινόου (Οδ. ζ 12) και της Αρήτης (Οδ. η 54), βασιλέων των Φαιάκων της Σχερίας (ή την Επικάστη;) απέκτησαν τον Περσέπολι.

Η Κτιμένη, κόρη του Οδυσσέα και της Πηνελόπης παντρεύτηκε στη Σάμο (Οδ. ο 362-367).

Εξάλλου:

Η Πηνελόπη- Πηνελόπεια, (Οδ. α 329) κόρη του Ικάριου και της Περιβόιας, ήταν, από πατέρα, πρώτη εξαδέλφη της Κλυταιμνήστρας (Οδ. γ 264) και (από τον Δία και την Λήδη) της (Ωραίας) Ελένης (Οδ. δ 184 και Ιλ. Β 161), του Κά-στωρα, του Πολυδεύκη (Οδ. λ 298-9). (Η Λήδη συνευρέθηκε με τον Τυνδάρεω, αδελφό του Ικαρίου και απέκτησε την Κλυταιμνήστρα και υπό μορφή κύκνου με τον Δία και απέκτησε την Ελένη, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη).

Ο Ικάριος, πατέρας της Πηνελόπης (Οδ. α 329) ήταν αδελφός του Τυνδάρεω, βασιλέα της Λακεδαίμονος, ο οποίος για κάποια περίοδο κατέφυγε στην Ακαρνανία- Αιτωλία και κατʼ άλλους στη Σάμη (Κεφαλληνία).

Η Κλυταιμνήστρα, ήταν κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδης, και σύζυγος του Αγαμέμνονα, βασιλέα των Μυκηνών και αρχηγέτη της Τρωικής εκστρατείας.

Ο Μενέλαος (Οδ. δ 82 Ιλ. Η 470), βασιλιάς της Λακεδαίμονος είναι γιός του Ατρέα, αδελφός του Αγαμέμνονα και σύζυγος της Ωραίας Ελένης.

(*) Να σημειωθεί ότι ο Κέφαλος τον οποίον επικαλούνται οι Κεφαλλήνες ως γεννήτορα του Οδυσσέα δεν αναφέρεται καν στην Οδύσσεια και βέβαια πρόκειται για ανεπιβεβαίωτη εκδοχή των μετα-ομηρικών χρόνων (Αριστοτέλης-Ιθακησίων Πολιτεία), που δεν συνάδει με το ʻʻΔιογενέςʼʼ στοιχείο του βασιλείου των Λαερτιδών. Ειδικότερα ο Κέφαλος, ως μυθολογικό πρόσωπο, ήταν επώνυμος ήρωας του Δήμου Κεφαλής της Αττικής, απόγονος του γένους των Κεφαλιδών που από το Θορικό εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο ʻʻεξ Αθηνών φυγάςʼʼ όπως κατονομάστηκε (Στράβων) μετά την καταδίκη του σε ʻʻαειφυγίαʼʼ από τον Άρειο Πάγο της Αθήνας για την ακούσια δολοφονία της γυναίκας του Πρόκριδας, κόρης του βασιλέα των Αθηνών Ερεχθέα, συμμάχησε με τον Αμφιτρύωνα των Μυκηνών και με τον Έλειο πήρε μέρος στη νικηφόρα εκστρατεία κατά των Ταφίων -Τηλεβόων του Πτερελάου. Με την δεύτερη γυναίκα του τη Λυσίππη, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, αποκτούν 4 γιούς, τους Σάμο, Πάλλη, Πρώννο και Κραναό απʼ όπου πήραν τα ονόματά τους οι τέσσερις κεφαλληνιακές πόλεις-κράτη Σάμη, Πάλλη, Πρώννοι και Κράνη. Κατά μια εκδοχή ο Κέφαλος φέρεται να έδωσε το όνομά του στην Κεφαλληνία, αλλά η βεβαιότερη και επικρατέστερη είναι εκείνη που στήριξε ο Κεφαλλήνιος Αρχαιολόγος Μαρινάτος, ότι η Κεφαλληνία πήρε, περί τον 5ο  αι. π.Χ., το όνομα της φυλής που κατοίκησε τα νησιά και την απέναντι ακτή: της φυλής των Κεφαλλήνων, όπως φαίνεται στο σχετικό χάρτη.

Η Βασιλική εξουσία στην Ιθάκη. Γενικά.

Σύμφωνα με τις τότε πεποιθήσεις η βασιλική εξουσία προερχόταν και διδόταν από τον Δία στους βασιλείς, οι οποίοι θεωρείτο ότι κατάγονταν από θείο γένος, όπως ο Οδυσσεύς και γιʼ αυτό ο βασιλεύς καλείτο Δίος, διογενής, άριστος, διοτρεφής και βέβαια θεουδής. (Οδ. β 352, ο 485, χ 164, ζ 121, ι 176) και (Ιλ. Α 145). Ο ανώτατος και μοναδικός αυτός άρχων, ο βασιλέας, δεν ήταν μόνον ο ηγεμών και ο κυβερνήτης, αλλά και ο στρατηγός και στρατιώτης που είχε την αρχηγία του στρατού σε καιρό πολέμου. Ήταν επίσης ο δικαστής που έπαιρνε απʼ ευθείας από τον Δία το σκήπτρο, το σύμβολο της δικαστικής εξουσίας και βέβαια ήταν ο αρχιερέας που χοροστατούσε στις ιερές τελετές και τις θυσίες. Ο Διός Οδυσσεύς ήταν το πρότυπο του σταδιακά τελειούμενου ανθρώπου, ο οποίος σε μια από τις καθοριστικές φάσεις της τελείωσής του απέρριψε το αθάνατον και το αγήραον (την εξασφάλιση της αθανασίας και της νιότης), προφορά της Καλυψούς, για την επιστροφή στην πατρίδα και στους γονείς.

«οὔ τοι ἐγώ γε ἧς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι» =

Δεν είδα απʼ την πατρίδα μου γλυκύτερο στον κόσμο. (Οδ. ι 27-28).